Πλατεία Κολιάτσου


 

Έχω φτάσει νωρίτερα στο ραντεβού μου. Για την ακρίβεια μια ώρα πριν. Ψάχνω τριγύρω στην περιοχή να πιω έναν καφέ. Δεν μου αρέσει τίποτα.

Ψάχνω κάτι απροσδιόριστο που ούτε μπορώ να το περιγράψω. Κάτι που να μου κάνει κλικ. Κόβω κανα δεκάλεπτο βόλτες στην περιοχή. Πάνω στην πλατεία ξεπηδάει μέσα από τα δέντρα και τις ομπρέλες ένα καφέ ζαχαροπλαστείο. Στην πινακίδα γράφει «Άντζελα».

Το ξέρατε πως Τζέλα στα Ιταλικά σημαίνει γλυκιά; Κι εγώ το έμαθα από έναν ρόλο που μου είχαν δώσει να παίξω κάποτε, μιας ελαφρόμυαλης μοντέλας που επιθυμεί διακαώς να γίνει σταρ. Με την σειρά μου έδωσα το όνομα αυτό σε ένα σκυλί που είχα κάποτε και φτιάξαμε ένα παιχνίδι μεταξύ μας κάθε που θα άκουγε το «Τζέλα Τζέλα η μοντέλα» έτρεχε στην αγκαλιά μου και κέρδιζε μια λιχουδιά.

Έχεις μπει ποτέ σε χρονοκάψουλα; Σιγά που…

Στην «Άντζελα» έχεις την ευκαιρία. Στο εσωτερικό του καταστήματος ο χρόνος διαστέλλεται κι όλα μοιάζουν να έχουν κολλήσει σε μια άλλη εποχή διεκδικώντας την ζωντάνια τους στο παρόν.

Ο μέσος όρος ηλικίας είναι τα 70έτη. Όλοι θαμώνες. Τους φωνάζει η σερβιτόρα με τα μικρά τους. Πρέπει να είναι στην ηλικία μου. Ίσως λίγο μεγαλύτερη. Την χαζεύω καθώς περνάει ανάμεσα τους με τόση γρηγοράδα, ζωηρή, εξυπηρετική, πάντα με χαμόγελο, σίγουρη για κάθε κίνηση της. Ήρεμη μέσα σε έναν κυκλώνα απαιτήσεων «Που είναι τόση ώρα αυτός ο καφές;», «Να πληρώσω;», «Θα μας φέρεις λίγο νεράκι ακόμα;»…

Εκείνη μέσα σε όλα αυτά έχει να πει έναν καλό λόγο για τον καθένα τους, να ρωτήσει εάν είναι καλά, τι νέα από το τάδε χειρουργείο που κάνανε, τι νέα από την σύζυγό τους που έχει καιρό να έρθει στο μαγαζί, πόσο τους πάει το καινούριο τους κούρεμα. Με θυμάμαι κι εμένα έτσι την εποχή που δούλευα στην εστίαση. Πάντα με όρεξη να ανοίξω κουβέντα. Δεν ξέρω πόσες δυστυχίες, αναποδιές, ακυρώσεις μπορεί να χωρέσει κάποιος μέσα του ώστε να μην θέλει πολλά πολλά με τους γύρω του. Σε άλλον αρκεί μία, σε άλλον παραπάνω από μία, σε άλλον πολλές και σε άλλον καμία, λέμε είναι η πάστα του έτσι. Οι περισσότεροι απ’ τους θαμώνες έχουν κάτσει να πιούν τον καφέ τους ύστερα από τα ψώνια στη λαϊκή που λαμβάνει χώρα λίγο πιο κάτω. Όλοι διαμαρτύρονται για τις τιμές, αρκετοί κάνουν πλάκα για τις συντάξεις που παίρνουν, για τα δώρα τους που πλέον μοιάζουν με ελεημοσύνη, για τα παιδιά τους πως τα φέρνουν βόλτα, για τα παιδιά των παιδιών τους και πως ο καθένας από αυτούς βοηθάει, άλλος με χρήματα, άλλος με παρουσία, άλλοι αρκούνται στο να κουνούν καταφατικά ή αρνητικά το κεφάλι σε όποιο θέμα συζήτησης κι αν ανοίγεται.

Έχω κάτσει σε ένα τραπέζι πάνω στην πλατεία που το λούζει το φως. Ήλιος με δόντια. Μου παίρνει λίγη ώρα να έρθω στην σωστή θερμοκρασία. Στο τσακ είμαι να βγάλω το μπουφάν. Νιώθω ένα καλοκαίρι να γεννιέται στην καρδιά μου. Έχουν οξυνθεί όλες μου οι αισθήσεις. Έχω αφεθεί στην μυρωδιά του καβουρδισμένου καφέ, στα χάδια του ήλιου, στην βουή των αυτοκινήτων όπως ανακατεύεται με τις φωνές των θαμώνων. Με την άκρη του ματιού μου φωτογραφίζω τον τρόπο που πιάνει ο καθένας το φλιτζάνι του, λέει πολλά για τον χαρακτήρα του. Μοιάζω σαν τη μύγα μεσ’το γάλα κι όμως νιώθω να κουμπώνω σαν ένα κομμάτι που έλειπε για να συμπληρωθεί αυτό το πολύχρωμο μωσαϊκό.

Θυμάμαι τα καφενεδάκια που συνόδευα τον παππού μου. Εκείνος για να παίξει το ταβλάκι του κι εγώ δίπλα του να βουτάω μέσα σε ένα τεράστιο κωκ στο μέγεθος του κεφαλιού μου. Ότι έπρεπε για να μείνω απασχολημένη καμιά ώρα χωρίς να του τα πρήζω με τα «πάμε να φύγουμε, βαριέμαι, κουράστηκα».

Πριν λίγο καιρό στη ροή των ειδήσεων φιγουράριζε ο τίτλος «Έδιωξαν ηλικιωμένο ζευγάρι από καφετέρια στη Νέα Σμύρνη». Κρίμα για αυτούς. Είναι σαν να πετάς στον δρόμο ένα κομμάτι από τις μνήμες σου. Θυμάσαι δεν θυμάσαι η μνήμη έρχεται και φωλιάζει μέσα σου. Μιλάει με τα δάχτυλα σου, το γέλιο σου, το κλάμα σου. Με τον τρόπο που περπατάς στον δρόμο, με τον τρόπο που κάθεσαι στην καρέκλα, με τον τρόπο που απολαμβάνεις το καφεδάκι σου. Κι εγώ όταν δούλευα στα μαγαζιά τους μας έλεγαν συνέχεια να προσέχουμε ποιοι κάθονται στα τραπέζια. Όχι αλλοδαποί, όχι φοιτητές, ούτε φαντάροι, σε καμία περίπτωση ηλικιωμένοι. Φαντάσματα τους λέγαμε μεταξύ μας αυτούς τους πελάτες και τους ενημερώναμε πως το τραπέζι είναι ρεζερβέ.

Τι τύχη να βρεθείς σε ένα καφέ ζαχαροπλαστείο με το όνομα «Άντζελα» πάνω στην πλατεία Κολιάτσου ένα πρωινό καθημερινής. Να ανακατευτείς με ανθρώπους λογιών λογιών. Να χωρέσεις αθόρυβα μέσα στην καθημερινότητα τους. Έτσι αυθόρμητα, χωρίς πρόγραμμα, χωρίς σχέδιο, να κάνεις μια από τις πιο όμορφες στάσεις της ζωής σου.

Αυτή δεν είναι ακόμα μια πληρωμένη διαφήμιση όπως εκείνες που μας μοστράρουν στις σελίδες των περιοδικών ή που αναβοσβήσουν στις προβολές της διαδικτυακής μας πραγματικότητας.

Είναι από εκείνες που ξεπηδούν αυθόρμητα μέσα στην φασαρία της πόλης, από στόμα σε στόμα με την διαχρονική ανάγκη να μάθουμε πάλι να επικοινωνούμε σαν άνθρωποι.

photo's by Effie Karagianni


O ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για την μεγιστοποίηση της εμπειρίας πλοήγησης. Διαβάστε περισσότερα σχετικά με τα Cookies και την Πολιτική Απορρήτου εδώ.