LOSTIN LOVE


 

Είμαι ερωτευμένη;

Κοιτάω στο κενό…κάτι έπρεπε να κάνω, δεν θυμάμαι τι… Είχαμε ραντεβού; Μήπως έχω έρθει νωρίς; Είμαι εγώ; Δεν είμαι έτσι εγώ!

Αγγελάκια είναι αυτά που βλέπω ψηλά στον ουρανό; Θεέ μου! Γιατί είναι χοντρά; Γιατί είναι γυμνά; Θεέ μου! Είναι επικίνδυνα, κρατάνε βέλη, θα μου κάνουν κακό, θα με σκοτώσουν… Φτου που να πάρει…Είμαι ερωτευμένη πάλι!

Κατά βάθος, στο πολύ βάθος, είμαι ρομαντικό άτομο, ρομαντική ψυχή… μία φουσκίτσα αθωότητας έτοιμη να εκραγεί σε ένα κόσμο που απλά δεν νοιάζεται. Μια ψυχούλα…

Μου αρέσουν τα λουλούδια, μόνο να τα βλέπω δηλαδή, δυστυχώς οι αλλεργίες μου δεν μου επιτρέπουν να τα πλησιάσω πάνω από ένα μέτρο. Μου αρέσουν οι ευχετήριες κάρτες, με όλα αυτά τα τρυφερά μηνύματα αγάπης για τους ανθρώπους που αγαπώ, αν και η τελευταία φορά που πήγα να τις ταχυδρομήσω, η υπάλληλος με ρώτησε που έχω παρκάρει την μηχανή του χρόνου. Μου αρέσουν τα δωράκια, έχω φυλάξει σε ένα κουτί όλα τα δώρα που μου έχουν κάνει, από την αρχή της γέννησής μου μέχρι σήμερα, χωρίς να τα έχω χρησιμοποιήσει ποτέ, με σκοπό μετά θάνατον να δημιουργηθεί μουσείο αγάπης εις μνήμην μου, που αν κάποια στιγμή δώσουν το Νόμπελ ρομαντισμού θα το κερδίσω με την αξία μου.

 
 

Όλα αυτά πάνε περίπατο βέβαια μόλις ερωτευτώ. Όταν ερωτεύομαι με διακατέχουν πολεμοχαρή αισθήματα. Ο έρωτας είναι πόλεμος.

Για αρχή προσπαθώ να μάθω τα πάντα για τον άλλο, φοράω την καμπαρτίνα μου, το καπέλο μου, μαύρα γυαλιά και ψάχνω να τον βρω. Σ’ αυτήν την περίπτωση οι ξαφνικές εμφανίσεις είναι το φόρτε μου, συνήθως με δυσάρεστες εκπλήξεις για εμένα, εκείνον και τους παρευρισκόμενους.

Στην συνέχεια θα επιμείνω έως τέλους μέχρι το «φρούριο» να πέσει. Μόλις αυτό γίνει, η δουλειά μου έχει τελειώσει. Δεν έχω κάτι άλλο να κάνω, μου έχει τελειώσει όλη η ενέργεια, κλείνομαι στον εαυτό μου. Λόγια αγάπης δεν βγαίνουν από τα χείλη μου και νοιώθω σαν να έχω χαθεί… Τώρα πια είμαι ευάλωτη στον άλλο, δεν είμαι ελεύθερη, δεν είμαι μόνη, δεν είμαι μόνο εγώ…είναι και αυτός! Και αυτός τώρα είναι εγώ, είναι όλη μου η ζωή και όλοι με κοιτάνε με οίκτο. Το FACEBOOK μου γεμίζει με τραγούδια καψούρας, που μιλάνε για χωρισμό, το τέλος έρχεται…

Ότι και να κάνει ο άλλος δεν μου είναι ποτέ αρκετό. Χρειάζομαι συνέχεια αποδείξεις και ονόματα και τη ζωούλα του να ψάξω πόντο πόντο. Ποιους ξέρει, με ποιους βγαίνει, ποια είναι αυτή απέναντι στον δρόμο που τον κοιτάζει;

Φαντάζομαι κάθε βράδυ πως ξεριζώνω την καρδιά μου, την τοποθετώ σε ένα πιάτο και του την προσφέρω! Θεέ μου είμαι επικίνδυνη για τον εαυτό μου, για τους άλλους. Θέλω σε κάποιον να πω τον πόνο μου, να επικοινωνήσω με μια άλλη ψυχή. Ο ψυχολόγος είναι η καλύτερη ιδέα αυτή την στιγμή. Δεν χρειάζομαι το έρωτα… χρειάζομαι αγάπη, φίλους, κάποιον να με καταλαβαίνει.

Οι ώρες με τον ψυχολόγο περνάνε αργά και βασανιστικά, μία ώρα ακριβώς την εβδομάδα…Προς το παρόν αναβάλλεται εκείνο το ταξίδι στα Κύθηρα, γιατί τα λεφτά που μένουν στο τέλος του μήνα δε φτάνουν ούτε για εισιτήριο του μετρό. Όλη την ώρα μιλάω για το αντικείμενο του πόθου μου, για εκείνον, για εμένα τίποτα. Ή μήπως εγώ έγινα ο άλλος; Θεέ μου χάθηκα! Κοιτάζω έντρομη τον γιατρό με μάτια γουρλωμένα, με κοιτάζει και αυτός, κάτι γράφει σε ένα χαρτάκι. Έντρομη σηκώνομαι, βγαίνω εκεί έξω τινάζω τα μαλλιά μου, ανοίγω τις κεραίες μου…έχω κεραίες;! Πρέπει επειγόντως να επικοινωνήσω με κάποιον!

Χάνομαι στο πλήθος, ψάχνω το άλλο μου μισό, δεν θα ησυχάσω αν δεν το βρω. Πόση ώρα πρέπει να ψάχνω; Πόσες μέρες, μήνες, χρόνια; Η διαίσθησή μου και η συναισθηματική μου νοημοσύνη είναι τώρα πιο ανεπτυγμένες από ποτέ! Νιώθω υπεράνθρωπος, νιώθω πως βρίσκομαι στην κορυφή της πυραμίδας, νιώθω να αιωρούμαι, πετάω…πετάω και γκρεμίζομαι στην ανοιχτή τρύπα του πεζοδρομίου. Από εκεί κάτω κοιτάζω την πινακίδα «Προσοχή Εκτελούνται έργα». Η ΕΥΔΑΠ με εκτέλεσε. Τα πράγματα είναι σοβαρά, εγώ είμαι σοβαρός άνθρωπος.

Έρωτας και μπούρδες. Σηκώνομαι, τινάζω από πάνω μου όλες αυτές τις ρομαντικές μαλακίες και περπατάω αγέρωχη προς τον στόχο μου. Πρέπει να παντρευτώ. Οι παραδόσεις αρχίζουν και γεμίζουν το κεφάλι μου. Με φαντάζομαι μέσα στο λευκό μου νυφικό, με βλέπω να ετοιμάζω τα παιδιά μου να πάνε σχολείο, με βλέπω να φτιάχνω πίτες, να πλέκω ζιπουνάκια, με βλέπω περήφανη στο σαλόνι μου να υποδέχομαι όλο το μου το σόι, βλέπω το μέλλον! Θεέ μου είμαι μάντισσα! Πρέπει να αξιοποιήσω αυτό το θεόσταλτο χάρισμα που μου δόθηκε. Οι κεραίες μου έκαναν τη δουλειά τους τελικά. Πριν όμως ασχοληθώ με το μέλλον πρέπει πρώτα να γυρίσω στα παλιά, τότε που ήμουν παιδί, την πρώτη φορά που έπεσα στην παγίδα του έρωτα.

 
 
 
 

Μέχρι τα έξι μου όλα κυλούσαν ρολόι. Παιχνίδια, μάσες, ξάπλες και έχει ο θεός, μέχρι να έρθει η ώρα να πάω σχολείο, να εκπαιδεύομαι σιγά σιγά για το μέλλον, να ενταχθώ κι εγώ στην κοινωνία. Εκεί ακριβώς με περίμενε κι ο έρωτας. Ο Θανασάκης καθότανε στο μπροστινό θρανίο, έτσι συνέχισε και τα επόμενα χρόνια του κοινού μας ταξιδιού στα σχολικά έδρανα, ήταν πάντα πιο μπροστά από’ μένα σε όλα. Ο πιο καλός ο μαθητής ήταν αυτός στη τάξη, εγώ πάλι αφού έμαθα τα βασικά, αλφαβήτα, να διαβάζω, να γράφω, την προπαίδεια, τα φόρτωσα όλα στον κόκορα, γιατί που μυαλό για διάβασμα, μου το είχε πάρει όλο ο Θανασάκης. Αλλά του είχα πάρει και εγώ αρκετά πράγματα, τα μολύβια του, την κασετίνα του ολόκληρη, το μπουφάν του, τα τετράδιά του, μικροπράγματα δηλαδή, αρκεί να έχω κάτι δικό του. Σκέφτομαι πως ο έρωτας είναι ακόμα μια εφεύρεση της κοινωνίας. Κάτι ακόμα για να χωρέσεις σ’ ένα καλούπι, ν’ αποκτήσεις τη ταμπέλα σου. Εμένα η κοινωνία μ’ έκανε κλεφτρόνι.

Αλλά απέκτησα κι άλλες ικανότητες. Στις μαθητικές εκλογές, η πολιτική εκστρατεία που έκανα, δίνοντας όλο μου το είναι, για να αναδειχθεί πρόεδρος δεν περιγράφεται…εγώ αρκέστηκα στην β’ αναπληρωματική γραμματέα μέχρι που αυτός ερωτεύθηκε την α’ γραμματέα…πόσο χαρούμενη ήμουν που ήταν αυτός χαρούμενος και έκανε και αυτή χαρούμενη…Μέχρι που χρόνια μετά, τα μαθητικά χρόνια έφυγαν, έφυγε και ο Θανασάκης, έφυγα και εγώ, έφυγε και ο πλατωνικός έρωτας για να πάρει την θέση του αυτός του Φρόυντ και εκεί συνειδητοποίησα πως πάντα πίσω από έναν σπουδαίο άντρα κρύβεται μία δυναμική γυναίκα για να τον στηρίζει. Κι ενώ στην ζωή μου δεν θέλησα να βρω κάποιον άλλο από τον Θανασάκη, γιατί ήταν ο ένας και ο μοναδικός, πάντα έψαχνα κάποιον που να μου μοιάζει, να με στηρίζει, να χαίρεται να είμαι και εγώ μπροστά, να γίνεται χαλί να τον πατήσω, να με κανακεύει, να μου μιλάει όλη μέρα για την αγάπη του, να μείνουμε μια ζωή μαζί, αλλά μέσα σε όλα αυτά να κρατάει την προσωπικότητα του, την αυτοδυναμία του, την κυριαρχία του.

Μα ποιόν κοροϊδεύω, ζητάω κάποιον να χαθεί μέσα σε ‘μένα, για ‘μένα και παρ’ όλα αυτά να είναι ανεξάρτητος; Όταν χάνεσαι αγάπη μου, και ετυμολογικά να το δεις, πάντα έχεις χάσει κάτι, τον εαυτό σου, κάτι από εσένα, κάτι από την ζωή σου , τον χρόνο σου, όπως και να ‘χει, λίγο ή πολύ πάντα χαμένος βγαίνεις…Γιατί όταν είσαι μισός το άλλο σου μισό θα ψάξεις.

Στον παράφορο έρωτα πάντα έχεις πάρει παραπάνω απ’ όσα χρειάζεσαι, κι’ είναι απλή φυσική αγάπη, θα γκρεμοτσακιστείς στο τέλος του δρόμου. Στο απόλυτο δόσιμο, στο απόλυτο σεξ έχεις απωλέσει το ίδιο σου το εγώ, έχεις χαθεί σε έννοιες και συναισθήματα που απόλυτα δεν σε εκφράζουν. Έχεις καταφέρει να ζήσεις το απολύτως τίποτα. Αλλά μη νοιάζεσαι όταν φτάσεις εκεί, τότε έχεις φτάσει στην αφετηρία και το ταξίδι ξεκινά. Τότε είσαι ένα με το σύμπαν. Γιατί πως νομίζεις ξεκίνησαν όλα; Κυριολεκτικά, από το τίποτα, απ’ την απουσία ύλης, χώρου, χρόνου.

Ουπς, τι έγινε εδώ; Τι λέω τόση ώρα; Μιλάω σαν φυσικός! Μιλάω σαν μία διάνοια της επιστήμης, Θεέ μου, είμαι ιδιοφυία! Χωρίς να το καταλάβω ό χρόνος γλίστρησε μέσα απ’ τα χέρια μου, έφτασε κιόλας νύχτα. Περπατάω, δεν θυμάμαι τι ψάχνω να βρω, δεν θυμάμαι που πάω, δεν είμαι σίγουρη αν έχω χαθεί, αν έχω ξαναπεράσει από εδώ, πρέπει να επιταχύνω το βήμα μου, δεν έχω πολύ χρόνο…Τρέχω, τρέχω, τρέχω…

 
 

Μπαίνω στο πρώτο μπαρ που βλέπω. Μαστουριάζω απ’ τους ήδη υπάρχοντες διάχυτους καπνούς από τσιγάρα που έχουν κατακλύσει την ατμόσφαιρα. Διψάω για ένα ποτήρι whiskey, διψάω να ζαλιστώ από λίγο αλκοόλ, τόσο όσο, ώστε να μην χρειάζεται να σκέφτομαι για το που ήθελα να πάω.

Déjà vu! Κάτι μου θυμίζουν όλα αυτά. Έχω ξανάρθει εδώ; Ήταν μοιραίο να είμαι εδώ; Ποιοι είναι όλοι αυτοί γύρω μου; Mόνοι, δυο δυο, χαμένοι σε παρέες; Μα που τους ξέρω όλους αυτούς; Υπάρχει και ένας μπάρμαν, μου αρέσει. Δεν πρέπει να καταλάβει πως μου αρέσει. Πρέπει να παίξω την αδιάφορη, αλλά με προδίδουν οι κινήσεις μου, είμαι νευρική. Δεν θα με καταλάβει, είμαι μια νευρική αδιάφορη…

«Τι θα πιείτε;», μου λέει Θεέ μου πότε μεγάλωσα τόσο πολύ, στα 20 δεν υπήρχε περίπτωση να μου πει τι θα πιείτε…βέβαια στα 20 δεν υπήρχε περίπτωση να βγω και να τα πιώ μόνη μου…Τώρα είμαι γυναίκα… Τι να πιώ; Όχι κάτι πολύ παιδικό, ούτε ξενέρωτο, είμαι μια ώριμη γυναίκα που ξέρει τι θέλει. «Ένα bourbon», λέω. Μαλακία λέω, εγώ δεν πίνω ποτέ bourbon. Τώρα πως θα το πιώ αυτό το πράγμα; Ο μπάρμαν εντυπωσιάζεται… χμ καλό αυτό! θα το πιώ μία και έξω δεν θα καταλάβω τίποτα. «Άλλο ένα», λέω. Ο μπάρμαν δεν εντυπωσιάζεται καθόλου, με θεωρεί αλκοολικιά. Είμαι μια ώριμη γυναίκα που δε ξέρει πώς να εκφράσει αυτό που θέλει.

Κοιτάζω δίπλα μου ένας τύπος κάνει ακριβώς το ίδιο με εμένα. Ο Dj μαζί με άλλους συνωμοσιολογεί εναντίον μου, «one hundred days, one hundred nights, to find a man’s heart». Ο Dj μεταμορφώνεται σε προφήτη, ζω μια αποκάλυψη. «Σφηνάκια σε όλους», λέω στον μπάρμαν, για να καταλάβει πως κατάλαβα και πως δεν είμαι κανένα κορόϊδο. Τώρα ήρθε η ώρα μου , θα το παίξω άνετη, πως περνάω και μόνη μου καλά. Σηκώνομαι να χορέψω, αλλά πριν απ’ αυτό θα πιώ ακόμα ένα bourbon. Ο ρυθμός της μουσικής με παρασύρει, δεν νιώθω τα πόδια μου, τα χέρια μου, όλα γύρω μου γυρίζουν. Κλείνω τα μάτια, βρίσκομαι σε ένα υπερωκεάνιο, είμαι στη πρύμη, μια χώρα εξωτική είναι έτοιμη να με υποδεχθεί, να την εξερευνήσω και να μάθω τα μυστικά της. Νομίζω, πως χάθηκα πάλι…

Το παγωμένο αεράκι μου χαϊδεύει τα μάγουλα, η αλμύρα σκάει και εκρήγνυται στα χείλη μου. «Θεέ μου, μπροστά μας παγόβουνο!». «Στρίψτε το τιμόνι, στρίψτε το πλοίο, θα πνιγούμε όλοι!». Ένα εκκωφαντικό κρακ διαταράσσει την απέραντη ηρεμία… και αρχίζουν να διαλύονται όλα. Το υπερωκεάνιο βουλιάζει, η θάλασσα είναι λες και ανοίγει στα δύο, βυθίζομαι, δεν μπορώ να αναπνεύσω… Χάνομαι… Δύο χαστούκια με επαναφέρουν στην ζωή και στην… πραγματικότητα. « Έϊ κοπελιά, είσαι καλά;», ακούω την φωνή του μπάρμαν. Ανοίγω τα μάτια και είναι ο μπάρμαν. Είναι από πάνω μου. Εγώ γιατί είμαι από κάτω του; Να κι’ ο τύπος που καθόταν δίπλα μου, κι’ αυτός από πάνω μου, κι’ άλλοι τύποι από πάνω μου, κι ο Dj από πάνω μου, η συνωμοσία εναντίον μου συνεχίζεται… «Τι έγινε ρε παιδιά;», ρωτάω. «Την ώρα που χόρευες, ζαλίστηκες και έπεσες, χτύπησες πουθενά; Είσαι καλά;», με ρωτάει ο μπάρμαν. Γουρλώνω τα μάτια, τον κοιτάζω διαπεραστικά μέσα απ’ τα μάτια. Εδώ εγώ πήγα να πνιγώ και αυτός τον χαβά του! Δεν θα πέσω στα δίχτυα του έρωτά σου γοητευτικέ και άγνωστε μπάρμαν!

 
 

Ξέρω πως ο έρωτας είναι μια οφθαλμαπάτη, ένας διασκεδαστής της ζωής, για να περνάει ο χρόνος αβίαστα. Τα φαντάστηκα όλα αυτά που συνέβησαν; Μήπως τα ονειρεύτηκα; Ποια είμαι; Που πάω; Mάλλον έχω χαθεί… μέσα σε παραμύθια και είδωλα ενός κόσμου φανταστικού. Η αλήθεια είναι πως πάντα μου άρεσε να χάνομαι, αν και τις πιο πολλές φορές δεν τολμούσα να χαθώ…

Με χείλη μουδιασμένα απ’ το αλκοόλ και το τσιγάρο… Λίγο πριν να ξημερώσει… Λίγο πριν η νύχτα κρύψει στα σκοτάδια της τα ρεζιλίκια μου… Βγαίνω πάλι στους δρόμους, με την επιθυμία, να επιστρέψω σπίτι μου.

Απόψε είμαι ένα φάντασμα, που αποφάσισε να βγει μια βόλτα… ή έστω έτσι λέω στον εαυτό μου, στην προσπάθεια μου να τον πείσω πως δεν είμαι σαν τους άλλους…

Εγώ είμαι μια ποιήτρια… ποιήτρια της περιπλάνησης…

Προσπαθώ να επινοήσω την επόμενη σημαντική φράση, που θα με κάνει ακόμα πιο σημαντική.

Δε μου ‘ρχεται τίποτα. Δε πειράζει.

Ούτως ή άλλως απόψε… ήμουν απ’ την αρχή χαμένη…



photo's by Πάρης Πιχαρίδης