

Έ να χαμόγελο ικανοποίησης σχηματίζεται στο πρόσωπό της. Ως εδώ μια χαρά, απο’ κει και πέρα ότι κι αν πει, κανείς δε θ’ ακούει. Το πλήθος θα παραληρεί μέσα σε ζήτω και χειροκροτήματα. Θα επαναλάβει τις ίδιες υποσχέσεις. Κανείς δε θα θυμάται. Η μνήμη είναι βάσανο και κανείς δε θέλει... δε μπορεί;… να θυμάται.
Θα κλείσει τον λόγο της με το σλόγκαν του προεκλογικού της αγώνα. «Εγώ η Σφήνα, το παιδί σας, είμαι εδώ, στον τόπο που γεννήθηκα, για να σας ΞΕΣΦΗΝΩΣΩ απ’ τα προβλήματα, απ’ τ’ άγχη, τις δυσκολίες, τις στενοχώριες και τ’ αδιέξοδα. Η Σφήνα που θα σας ξεσφηνώσει!». Το πλήθος έχει μουδιάσει... Η Σφήνα φλέγεται... Καυτός ιδρώτας κυλάει στο μέτωπό της...τα μάτια της βουρκώνουν...
«Δάκρυα; Tι…; Eγώ...δάκρυα; Aπό πότε; Πως έγινε αυτό; Γιατί;». Ένας κόμπος στο στομάχι της, ένας έντονος πόνος που τη διπλώνει στα δύο. Τοίχο, τοίχο παέι, κρατιέται με τα χίλια ζόρια για να μη καταρεύσει. Λίγα βήματα έμειναν ακόμα για να φτάσει μέχρι την τουαλέτα. Κρεμιέται απ’ το πόμολο, σέρνεται στα πανάκριβα ιβουάρ πλακάκια με την αρχαιοελληνική μπορντούρα, βαστιέται απ’ τον μπιντέ και σωριάζεται στη λεκάνη. Τώρα δε σκέφτεται τίποτα. Νοιώθει σαν ένα άδειο δοχείο, σαν σκεύος...
Πόση ώρα βρίσκεται σ’ αυτή τη κατάσταση; Mία, δύο, περισσότερο; Ή μήπως μόλις μερικά λεπτά, δευτερόλεπτα ίσως; Μα πως χάνεται έτσι η αίσθηση του χρόνου εδώ μέσα; Πως μοιάζει αυτή η λεκάνη με το άπειρο;…
Προσπαθεί να σηκωθεί αλλά μάταια. Έχει σφηνώσει εκεί μέσα για τα καλά. «Ρωξάνη! Ρωξάνη!» φωνάζει με απελπισία. Αλλά πουθενά η Ρωξάνη. «Βοήθεια! Βοήθεια!» και με κάθε βοήθεια που λέει, βυθίζεται όλο και πιο βαθιά μέσ’τη λεκάνη. Βήματα ακούγονται στην είσοδο. Ήρθε επιτέλους η σωτηρία της; «Ρωξάνη μου! Ρωξάνη μου βοήθεια!» εκλιπαρεί η Σφήνα. Η μοδίστρα που μόλις έχει φτάσει αποκρίνεται «Κυρία Σφήνα εσείς;». «Ποιός είναι;» ρωτάει έντρομη η Σφήνα. «Η Δέσποινα είμαι. Είστε καλά;».
Η Σφήνα τώρα μένει σιωπηλή. Δε ξέρει τι να κάνει. Να πεί στη Δέσποινα τι της συμβαίνει; Nα περιμένει τη Ρωξάνη; Σιωπή. «Κυρία Σφήνα, όλα καλά;» Η Δέσποινα αντιλαμβάνεται την αγωνία μέσα απ’ τη κλειστή πόρτα της τουαλέτας. Νοιώθει άβολα. Δε ξέρει τι να κάνει. Να σηκωθεί να φύγει; Nα περιμένει μέχρι να’ ρθει η Ρωξάνη; Nα σπάσει τη πόρτα;
Η Σφήνα σπάει τη σιώπη της και λέει με τρεμάμενη φωνή. «Όλα καλά παιδί μου. Όλα καλά. Σε παρακαλώ κάνε μου μια χάρη. Πήγαινε να βρεις τη Ρωξάνη. Πρέπει να’ χει πεταχτεί μέχρι απέναντι στο σουβλατζίδικο του Κυρ Μπάμπη» Μόλις τελειώνει τη φράση της σαν απομηχανής θεός εμφανίζεται η Ρωξάνη. Την αντιλαμβάνεται η Σφήνα απ’ τη μυρωδιά που έρχεται απ’ τα σουβλάκια κι η Ρωξάνη αντιλαμβάνεται το «κακό» που έχει συμβεί μέσα στη τουαλέτα, απ’ τη δυσωδία που αναδύεται « Ρωξάνη μου, πες της Δέσποινας να με περιμένει για λίγο έξω στην υποδοχή και πέρασε μέσα που θέλω να με βοηθήσεις».
Η Δέσποινα αποχωρεί, η Ρωξάνη ανοίγει τη πόρτα και βλέπει τη λεκάνη, στη κυριολεξία να έχει καταβροχθήσει τη Σφήνα. Οι δυό γυναίκες δε λένε τίποτα. Μιλάνε τα μάτια τους. Η σφηνωμένη Σφήνα μοιάζει με άγριο ζώο παραδωμένο στην απελπισία του. «Πάω να φέρω βοήθεια», λέει κατευναστικά η Ρωξάνη και κλείνει πίσω της τη πόρτα.
Κοντοστέκεται για μια στιγμή, κοιτάζει στο κενό. Τι να σκέφτεται άραγε; Γιατί είναι τόσο προβληματισμένη; Σηκώνει το ακουστικό, πάει να πληκτρολογήσει έναν αριθμό, το σκέφτεται... Οι σκέψεις της διακόπτονται απ’ τη παρουσία της Δέσποινας. Οι δυο γυναίκες δε λένε τίποτα. Μιλάει η σιωπή τους. Η Δέσποινα παίρνει το ακουστικό και το ακουμπάει πίσω στη θέση του. «Έλα να σου προβάρω το ταγέρ. Θα το φέρω στα μέτρα σου».
Η Δέσποινα μετράει τη Ρωξάνη με τα μάτια. «Δυό νούμερα μικρότερη σε κόβω. Μέσα στη βδομάδα θα το έχω έτοιμο». «Το θέλω κόκκινο» απαντάει η Ρωξάνη. Βγάζει η Δέσποινα τη μεζούρα, τις καρφίτσες και στήνεται η Ρωξάνη με το κεφάλι ψηλά, αγέρωχη, καμαρωτή. Ατενίζει μακριά, πέρα απ’ αυτό το δωμάτιο, πέρα απ’ αυτή τη πόλη. Η φωνή του λαού έχει σκεπάσει τα πάντα. Μετατρέπεται το γραφείο σε βάθρο, ένα παράθυρο για να χαζέψει κάποιος τον κόσμο όλο. Πόσο μικρά φαίνονται όλα απο’ κει ψηλά.
«Ελληνικέ λαέ! Ένδοξε λαέ, γεννημένος πάνω σε χώματα ιερά. Κι όμως τόσο ταλαιπωρημένος... Ας τελειώνουμε με τα δυσάρεστα, με όλα όσα ματώνουν τις μνήμες μας. Ας μνημονεύσουμε όμως, όλους όσους σήκωσαν το ανάστημά τους ανάμεσά μας και μας δόξασαν. Ύστερα κι απ’ τον τραγικό χαμό της πολυαγαπημένης μας Άρσης Σφήνας και ικανοποιώντας τη τελευταία της επιθυμία, ν’ αναλάβω εγώ τα καθήκοντά της. Σας λέω πως η ελπίδα ήρθε! Το μέλλον είναι εδώ! Ας κοιταχτούμε βαθιά μέσα στα μάτια, ένας προς ένας και με το αίσθημα ευθύνης βαρύ πάνω στις πλάτες μας ας υποσχεθούμε αυτό, να φτιάξουμε έναν καλύτερο κόσμο! Προσωπικά σας υπόσχομαι πως θα δώσω και τη ψυχή μου ακόμα γι’ αυτό τον σκοπό».
Έτσι η Ρωξάνη επανέλαβε τις ίδιες υποσχέσεις. Κανείς δε θα θυμάται. Το πλήθος παραλυρεί. Η πολιτικός Ρωξάνη Βόθρου σηκώνει τα χέρια ψηλά, χαιρετά το πλήθος και χάνεται ανάμεσα στους αυλικούς της. «Βόθρου! Βόθρου!». Ο ήχος κι ο απόηχος του ονόματός της σκεπάζει όλη την ησυχία εκείνου του απομεσήμερου.
Την ίδια στιγμή, σε κάποια άλλη μεριά αυτού του κόσμου, μια σβησμένη φωνούλα ακόμα ψιθυρίζει «Ρωξάνη... Ρωξάνη...». Με τα μάτια καρφωμένα στο παραθύρο προσεύχεται να έχει ήλιο σήμερα. Η σκέψη της γυρίζει πίσω στα παλιά. Στη μέση του δρόμου, η μικρή Άρση κρατά τη ξεχειλωμένη κούκλα της αγκαλιά. Η φιγούρα της ψιλόλιγνης γυναίκας απομακρύνεται μέχρι που χάνεται. Πίσω... η παιδική φωνούλα, φωνάζει με όλη της την ύπαρξη... «Μαμά! Μαμά!» Μόλις ο πόνος και τ’ αναφιλητά πνίξουν και τον τελευταίο ήχο... η μικρούλα Άρση, ορκίζεται, να μη κλάψει ποτέ ξανά στη ζωή της...
Oι αναμνήσεις είναι το μονοπάτι για να επιστρέψεις σ’ εσένα...








