
Ε κείνο το βράδυ, είχε πανσέληνο κι ήταν ωραία. Παρατηρώ μία αυτόν και μία το φεγγάρι. Μ’αρέσουν όλα πάνω του. Μ’αρέσει που’ ναι τόσο δυναμικός, τόσο κοινωνικός, τόσο τολμηρός... Βέβαια όση ώρα καθόμαστε εδώ μαζί, δεν έχει σταματήσει να πίνει. Μήπως είναι, τόσο απ’ όλα, απ’ το πιώμα; Μπα φαίνεται απ’ τους τύπους που το σηκώνουν το ποτό. Εγώ πάλι...
Μέσα σ’ένα βράδυ, είχαμε πεί σχεδόν τα πάντα κι ακόμα δεν είχε ξημερώσει. Μιλήσαμε για τα ονειρά μας, τις συνήθειές μας, τα θέλω μας, τις παραξενιές μας, τον έρωτα. Σε όλα ταιριαστοί. Και πάνω που άρχισα να μας φαντάζομαι γυμνούς στην αμμουδιά, ν’ ανταλλάζουμε καυτά φιλιά και όρκους αιώνιας αγάπης, μου πετάει την ατάκα: «Εγώ δε θέλω να ερωτευτώ. Πιστεύω πως ο έρωτας είναι η φυλακή της ζωής». Μάλλον μιλάει το ποτό σκέφτομαι. Δε μπορούσα να πιστέψω πως το υποψήφιο άλλο μου μισό είναι τόσο κυνικό. Βυθίστηκα στις σκέψεις μου.
«Τι σκέφτεσαι;» μου λέει.
«Τίποτα συγκεκριμένο» του απαντάω.
«Κι όμως κάτι σκέφτεσαι.»
«Μπορεί.»
«Πές μου.»
«Δε ξέρω αν πρέπει.»
«Τι σημαίνει πρέπει; Mπορεί να σκέφτομαι κι εγώ το ίδιο.»
«Ίσως»
«Τι λες να ενώσουμε τα χέρια μας και να προσπαθήσουμε να αισθανθούμε τι σκέφτεται ο ένας για τον άλλον;»
Είναι σίγουρα ο έρωτας της ζωής μου σκέφτομαι. Στιγμή αμηχανίας. Απλώνω τα χέρια μου προς τα δικά του. Η στιγμή της ενωσής τους ηλεκτρίζει όλη μου την ύπαρξη. Αφήνω τα δαχτυλά μου να ψηλαφίσουν το δέρμα του, ν’ακούσουν τη φωνή εντός του. Δεν ακούω τίποτα. Μόνο σιωπή. Το βλέμα του καρφώνεται στο δικό μου. Τα χείλη του υγρά, κρέμομαι πάνω τους. Εύχομαι να μιλήσει πρώτος. Nα πεί κάτι, οτιδήποτε. Να σπάσει αυτή τη σιωπή που μας κρατάει μαγεμένους σ’αυτό το αβέβαιο τώρα. Άραγε σκεφτόμαστε το ίδιο;
Παίρνει τα χέρια μου ,τ’ακουμπάει στη καρδιά του κι αποκτάει ο κόσμος πια παλμό. Τελικά είχε δίκιο. Ο έρωτας είναι φυλακή. Νιώθω μουδιασμένη. Δε μπορώ να σκεφτώ, να μιλήσω, να πάρω τα μάτια μου απο πάνω του, δε μπορώ ν’αναπνεύσω. Πνίγομαι μέσα στα χέρια του. Με χίλια βάσανα προσπαθώ να τραβήξω τα μάτια μου απ’ τα μάτια του. Κοιτάω ψηλά, ψάχνω λιγάκι ουρανό. Επιβλητικό το φεγγάρι απο πάνω μας. Ολόγιομο. Έχει σπείρει τα μάγια του μέσα στη νύχτα. Ποιός θα πάρει την ευθύνη;
To πρόσωπό του πλησιάζει το δικό μου, τα χείλη μου τα χείλη του. Γυρνάω το προσωπό μου απ’ την άλλη, σα μια τελευταία πράξη αντίστασης απέναντι στην ακατανίκητη γοητεία του. Βρίσκει πρόσφορο έδαφος η ορμή του και κατακτάει κάθε αντίσταση. Μένω μετέωρη ανάμεσα σε καμένη γη και σε μια ξελογιάστρα σελήνη. Εγώ παίρνω την ευθύνη.
«Γίνεται πόλεμος μέσα μου» μου ψιθυρίζει και χύνεται ο πόλεμος μέσα στα σωθικά μου.
«Και ποιός κερδίζει;» του απαντάω. Λές κι έχει μια κάποια σημασία να ρωτάς όταν είσαι ηττημένος.
Ακολούθησε σιωπή. Χαμήλωσε το βλέμα. Νικητές κι ηττημένοι τώρα μοιάζουνε το ίδιο. Σηκώθηκε όρθιος. Με τράβηξε να φύγουμε.
«Θέλεις να πάμε σ’ένα ξενοδοχείο εδώ πιο κάτω;» λέει.
Αντίο αναστολές, αντίο φεγγαρότσαρκα, αντίο ρομαντισμός ή μήπως όχι;
«Κολάς; Γιατί κολάς; Αφού το θέλουμε κι οι δυό πολύ, γιατί δε πάμε;» αποκρίνεται λες κι άκουσε τη σκέψη μου.
Γιατί; Αλήθεια γιατί;… Γιατί ομορφιά μου εσύ θες το ξενοδοχείο κι εγώ θέλω το φεγγάρι. Γιατί εσύ θέλεις το τώρα κι εγώ θέλω το αύριο.
Κάπως έτσι με λόγια να αιωρούνται στον αέρα, μ’ επιθυμίες να τσαλαπατιούνται στα σεντόνια και με όνειρα να γλυστράνε μέσα απο κλειδαρότρυπες, βρεθήκαμε γυμνοί στο δωμάτιο του ξενοδοχείου. Χωρίς να καταλάβουμε πως έρωτας κι αυταπάτη είναι το ίδιο πράγμα. Πως ελευθερία και φυλακή δεν είναι παρά μια ιδέα απόσταση.
Το άλλο μου μισό πια έχει αποκοιμηθεί. Αποκρυπτογραφώ τις ανάσες του. Σε ποιά απ’ αυτές θα έχει κρυφτεί ένα σ’αγαπώ. Χαζεύω τα κλειστά βλέφαρα, τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Χάνομαι στις καμπύλες του γυμνού κορμιού του. Προσπαθώ να βρώ μια γνώριμη πατρίδα μέσα σ’ όλ’ αυτά. Οτιδήποτε οικείο θα καταλαγιάσει την έξαψη που μου’ χει κλέψει τον ύπνο. Τίποτα. Συνηδητοποιώ πως είμαστε δυο ξένοι που έχουμε χαθεί μέσα στη νύχτα και τυχαία βρεθήκαμε εδώ.
Σηκώνομαι αθόρυβα. Ντύνομαι. Κοιτάζω τον εφήμερο εραστή μου για μια τελευταία φορά. Ο πόλεμος μέσα του, λογικά τώρα, θα’ χει τελειώσει. Σήμερα νίκησε η πόλη υπό την επήρεια του φεγγαριού. Κάνω μια κίνηση να γράψω το τηλεφωνό μου σ’ ένα χαρτάκι. Το μετανιώνω. Πετάω το χαρτάκι στο καλάθι των αχρήστων. Τι σημασία έχει σκέφτομαι; Bγαίνω στις μύτες των ποδιών μου και χάνομαι πάλι στους δρόμους μιας πόλης που δε κοιμάται. Εδώ δε νιώθω ποτέ ξένη. Αρχίζω να τρέχω για να βρεθώ σε κάποιο ξέφωτο, μήπως και προλάβω όσο φεγγάρι έχει απομείνει ακόμα...









