LOST IN A PARADE



 

Eκείνο το πρωινό της 28ης Οκτωβρίου η Ειρήνη ύψωσε γι’ ακόμη μία φορά, όπως κάθε χρόνο, τη γαλανόλευκη σημαία στο μπαλκόνι της. Έβαλε το ραδιόφωνο στη διαπασών, άνοιξε τη τηλεόραση και περίμενε να ξεκινήσει η παρέλαση. Την αναμονή της μπροστά στην οθόνη διέκοψε το τηλεφώνημα της κόρης της. Μια τυπική «Καλημέρα», ένα τυπικό «Πώς είσαι;» και μια τυπική απάντηση «Είμαι καλά». Η ίδια κουβέντα, κάθε μέρα, τόσα χρόνια, μ’ αυτή τη τυπική οικειότητα. Η Ειρήνη έκλεισε το τηλέφωνο, το έβγαλε απ’ τη πρίζα, για σήμερα δεν ήθελε κανένας άλλος να την ενοχλήσει. Tουλάχιστον, μέχρι να τέλειωνε η παρέλαση. Έβαλε στη διαπασών τη τηλεόραση και χάθηκε μέσα στη φασαρία που δημιούργησε.

Δεν είχε κλείσει μάτι όλη νύχτα κι ένιώθε τα βλέφαρά της βαριά. Ανοιγόκλεισε τα μάτια της, προσπάθησε να τα κρατήσει ανοιχτά, η σημερινή μέρα ήταν τόσο σημαντική. Ο ήχος απ’ τα εμβατήρια της τηλεόρασης μπερδευόταν με τα τραγούδια της Βέμπο στο ραδιόφωνο. Όλο αυτό της δημιούργησε μια έξαψη. Ανασήκωσε τα κατάμαυρα μακριά μαλλιά της, κατάμαυρα κι ας είχε πατήσει ήδη τα 50. Η Ειρήνη αντιστεκόταν στο χρόνο, όπως και σε κάθε τι στη ζωή της. Στις χαρές και στις λύπες. Στα όνειρα και στη πραγματικότητα. Ζούσε με μια φυσική απάθεια, σε μια αναμονή, πως όλα είναι περαστικά και σε κάθε τι παλιό, τη θέση του θα πάρει κάτι νέο. Έτσι κι η Ειρήνη αντιστεκόταν στη φθορά, με απάθεια. Σηκώθηκε, άνοιξε διάπλατα τα παράθυρα, άφησε το δροσερό αεράκι του φθινοπώρου να πλυμμυρίσει το δωμάτιο κι έκλεισε ασυναίσθητα τα μάτια της. Δυό μικρά δάκρυα, τόσο μικρά, σχεδόν αόρατα, κύλησαν στα ελαφρώς ρυτιδιασμένα μαγουλά της.

 
 
 
 

Οι περαστικοί χάζευαν με το θέαμα , τη ψιλόλιγνη φιγούρα, τα κατάμαυρα μαλλιά, τη φασαρία, χαμένα όλα πίσω απ’ τη γαλανόλευκη. «Μα ποιός δίνει σημασία στο περαστικό;», σκέφτηκε. Η Ειρήνη είχε το χάρισμα να βλέπει με τα μάτια κλειστά. Με μηχανικές κινήσεις κατευθύνθηκε προς τον ηλεκτρικό πίνακα και κατέβασε τον γενικό διακόπτη. Η ξαφνική σιωπή που σκορπίστηκε στο σπίτι ήταν λες και βύθισε όλη την πόλη στο απόλυτο σκοτάδι. Ούτως ή άλλως, δεν είχε καμία όρεξη να μείνει εκεί μέσα. Σηκώθηκε, φόρεσε τα καλά της ρούχα, πήρε τη φωτογραφική της μηχανή και βγήκε έξω. Ίδιο φως μέσα και έξω. Ένα γκρίζο είχε σκεπάσει το κάθε τι στην πόλη. Αγόρασε ένα γαλανόλευκο σημαιάκι απ’ το περίπτερο και κατευθύνθηκε πρός το κέντρο. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι με κόσμο, όλοι βιαστικοί. Επιτάχυνε το βήμα της για να προλάβει να σταθεί στη πρώτη σειρά.

Ο δυνατός αέρας έκανε ένα κουβάρι τα μαλλιά της, έβγαλε μία μικρή χτένα απ’ τη τσάντα της, στήθηκε στη πρώτη βιτρίνα που βρήκε μπροστά της και κοίταξε με απορία το κουρασμένο είδωλο. «Μα πόσος καιρός είχε περάσει;», αναρωτήθηκε. «Ποιά είναι αυτή η γυναίκα;», «Τι της έχει συμβεί;». Η πόλη πίσω της ακολουθούσε το ρυθμό της εορταστικής μέρας. Καλοντυμένα πιτσιρίκια έτρεχαν πάνω κάτω στους δρόμους. Γέλια, φωνές, εμβατήρια ανακατεύονταν με τον ήχο του αέρα και συνέθεταν μια απόκοσμη μελωδία. Η Ειρήνη έβαλε τη χτένα πίσω στη τσάντα της κι άρχησε να τρέχει προς τη γιορτή.

 
 

Μόνη ανάμεσα στους πολλούς, διάλεξε τη δική της γωνιά για να χαθεί μέσα στο πλήθος. Στην έκθεση της πρώτης σειράς, προσπάθησε να προστατέψει την ανωνυμία της. Έλυσε το μαντήλι που είχε στον λαιμό και με την απαραίτητη τελετουργία το έδεσε γύρω απ’ το κεφάλι της. Η παρέλαση είχε κάμποσα λεπτά που είχε ξεκινήσει. T’ απανωτά κλικ της μηχανής αποθανάτιζαν κάθε δευτερόλεπτο. Τα μικρά παιδιά, τους έφηβους, τη μπάντα, τους ανάπηρους πολέμου, τους ανθρώπους γύρω της, τα φανταράκια... Η Ειρήνη απομάκρυνε τη κάμερα απ’ το προσωπό της, τυλίχθηκε ολόκληρη απο ένα μαγικό φως, τα μάτια της βγάλαν φωτιές. Λίγο πριν χαθούν εντελώς απ’ το βλέμμα της τα φανταράκια, σίγουρη πως μέσα στον όχλο ήταν κι εκείνος, δε μπορεί να μην ήταν κι εκείνος εκεί, διέκρινε τη φιγούρα του Λευτέρη της. Εκεί στη τελεταία σειρά, περήφανος και λαμπερός, με τα καστανόξανθα μαλλιά του και τα γαλαζοπράσινα μάτια του.

Τόσο θα’ ταν τώρα ο Λευτέρης της αν ζούσε, κοντά στα είκοσι. Αλλά αποφάσισε εκείνο το ξημέρωμα της 28ης Οκτωβρίου να κλείσει για πάντα το γαλάζιο των ματιών του και να φυλακίσει στην αιωνιότητα τον ουρανό που μέχρι τότε έβλεπε η μάνα του. Όλα μείναν κρεμασμένα από μια κλωστή εκείνη τη μέρα. Η στολή του για τη παρέλαση, η γαλανόλευκη στο μπαλκόνι, η ελπίδα, η χαρά, η λαχτάρα, η ίδια η ζωή.

Έβγαλε απ’ τη τσάντα της ένα κόκκινο γαρύφαλλο. Το σώμα της τεντώθηκε ψηλά προς τον ουρανό. Τα χέρια της αιωρήθηκαν στον αέρα και πέταξε το λουλούδι μακριά... να φτάσει τον Λευτέρη της. Ο Λευτέρης της χαμογέλασε, με τα μάτια του της έγνεψε ένα « Α, ρε μάνα!» και χάθηκε απ’ το οπτικό της πεδίο γι’ ακόμα μία φορά.

 
 
 
 

Η Ειρήνη συνέχισε να ονειρεύεται. Τα χειροκροτήματα του κόσμου ηχούσαν σα μουσική στ’ αυτιά της. Η παρέλαση τελείωσε, οι παρευρισκόμενοι χάθηκαν κι αυτοί, αλλά η Ειρήνη παρέμενε εκεί, χαμένη μέσα στην ονειροπόληση της. «Του χρόνου πάλι», σκέφτηκε και μια βαριά θλίψη κρεμάστηκε στο πρόσωπό της. Ο ουρανός σκοτείνιασε ακόμα πιο πολύ, οι πρώτες ψιχάλες άρχησαν να πέφτουν. Η Ειρήνη έσυρε τα πόδια της για να επιστρέψει σπίτι. Επιβράδυνε το βήμα της όσο πιο πολύ μπορούσε, δε βιαζόταν καθόλου τώρα. Ποιός ξέρει, ίσως ήταν τυχερή πάλι και ξαναέβλεπε τον Λευτέρη της. Σε κάποιο ταβερνάκι να πίνει μπύρες με τους φίλους του, σε κάποια πλατεία αγκαλιά με το κορίτσι του, στο δρόμο να προσπαθεί τρέχοντας να επιστρέψει σπίτι για να μη τον προλάβει η βροχή.

Είχε αρχίσει να βρέχει δυνατά, όταν έφτασε πίσω στο διαμέρισμά της. Το σπίτι μέσα στα σκοτάδια, όλοι οι διακόπτες κατεβασμένοι. Κατευθύνθηκε προς το μπαλκόνι, κατέβασε τη γαλανόλευκη, έβγαλε τα καλά της, κάθισε στο κρεβάτι της. Ο χρόνος είχε κρεμαστεί στον ήχο του ρολογιού που αντιχούσε στο δωμάτιο. Τικ, τακ, τικ, τακ. Λές κι οι ψιχάλες είχαν φωνή, την καλούσαν να σηκωθεί. Μα δε μπορούσε να κάνει βήμα, ένοιωθε κατάκοπη. Το τικ τακ δυνάμωνε, η βροχή το ίδιο κι η Ειρήνη σαν υπνωτισμένη σηκώθηκε, κατευθύνθηκε προς τον πίνακα και σήκωσε τον κεντρικό διακόπτη.

Το φως πλημμύρισε το δωμάτιο, το ίδιο ευχήθηκε να έκανε κι η βροχή. Το ράδιο κι η τηλεόραση στη διαπασών κι η Ειρήνη βυθισμένη σ’ αυτή τη παράφωνη φασαρία.

Ξάπλωσε στο κρεβάτι και σιγομουρμούρισε στον αγαπημένο της «Αχ Λευτέρη, δεν αρκεί απλά, να ρίχνεις τον διακόπτη».



photo's by Διονύσης Αναλυτής


 
O ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για την μεγιστοποίηση της εμπειρίας πλοήγησης. Διαβάστε περισσότερα σχετικά με τα Cookies και την Πολιτική Απορρήτου εδώ.