Θεατρικό Παιχνίδι

Ιστορία αγάπης

23-06-77, Βερολίνο, «Ιστορία αγάπης»

Ιστορία αγάπης


Αν μπορούσαμε να αποδώσουμε μέσα σε έναν πίνακα ζωγραφικής την διαδικασία της δημιουργίας μιας θεατρικής παράστασης, θα λέγαμε πως μοιάζει με ένα πολύχρωμο μωσαϊκό, όπου ο καθένας από εμάς φέρει την ενέργειά του, τον χαρακτήρα του, τις ιδέες του, την αγάπη του. Θα μπορούσε ακόμα να μοιάζει με ένα παζλ, όπου κάθε κομμάτι του είναι το ίδιο σημαντικό για τη σύνθεση και την ολοκλήρωση μιας εικόνας.

Όταν «συναντήθηκα» με τους πίνακες του Αλέξη Ακριθάκη, ήταν αγάπη με την πρώτη ματιά. Αγαπώ τον τρόπο που διηγείται ιστορίες με τη ζωγραφική του, τα συναισθήματα που γενούν τα χρώματα του, τη θεατρικότητα των εικόνων του, το πώς ξεχωρίζει τα κομμάτια της κάθε ιστορίας και τα προσφέρει για ελεύθερη ανάγνωση, προκύπτοντας κάθε φορά και διαφορετική ερμηνεία, ανάλογη της διάθεσης των θεατών του.

Πρόκληση τέτοια τέχνη για τους νεαρούς μαθητές του θεάτρου που ψάχνουν συνεχώς την έμπνευση. Υπάρχουν λογιών λογιών ιστορίες αγάπης, άλλες είναι χαρούμενες κι άλλες λυπητερές. Κάθε μία από αυτές αφήνει το αποτύπωμα της στο συλλογικό ασυνείδητο, όπου όλος ο κόσμος μοιάζει να δονείται στους χτύπους της ίδιας καρδιάς.

Εφτά μαθητές μου, από τα θεατρικά εργαστήρια που έχω την χαρά και την τιμή, χρόνια τώρα, να διδάσκω το μάθημα της θεατρικής έκφρασης και του θεατρικού παιχνιδιού, εμπνέονται τη δική τους «Ιστορία αγάπης» με αφορμή από τον ομότιτλο πίνακα του Αλέξη Ακριθάκη, 47 χρόνια μετά…

Οι ιστορίες αυτές ονειρεύονται να αναστηθούν από τον γραπτό λόγο και να ζωντανέψουν πάνω στη θεατρική σκηνή.

Ο λόγος στα παιδιά…

"Χωρίς Τίτλο", Τέμπερα και μελάνι σε χαρτί - 20x23, 1973

Μια όμορφη μέρα σε ένα μικρό χωριουδάκι ζούσε μια όμορφη κοπέλα που την λέγαν Ηλιαχτίδα. Η Ηλιαχτίδα είχε ένα μικρό σκυλάκι τη Ζούμπη. Την αγαπούσε πολύ. Η αγάπη τους ήταν τόσο δυνατή όσο ένα κλειστό λουκέτο. Μια μέρα πήγαν μια βόλτα με τη Ζούμπη. Πέρασαν απ’ έξω από ένα σπίτι. Η Ζούμπη άρχισε να μιλάει:

-Πολύ περίεργο το σπίτι, πολύ.

-Μιλάς; ρώτησε η Ηλιαχτίδα.

-Ναι, απάντησε η Ζούμπη. Μια μέρα πέρασα από ένα νεκροταφείο και ένα πνεύμα μου είπε πως ότι πρέπει να σώσω την αγάπη. Γι’ αυτό μου έκανε ένα μαγικό μυστικό και με έκανε να μιλάω.

-Ναι, αλλά πως θα σώσουμε την αγάπη;

-Μόνο με έναν τρόπο, είπε αποφασιστικά η Ζούμπη. Θα μπούμε στα μυαλά των ανθρώπων και θα τους αλλάξουμε γνώμη. Πρέπει να κάνουμε την ανατροπή.

-Δεν θα είναι λίγο δύσκολο; Είπε τρέμοντας η Ηλιαχτίδα.

-Όχι θα είμαστε προσεκτικοί.

-Ωραία αρχίζουμε!

Οι δυο φίλοι ταξίδεψαν πάνω από θάλασσες και χωράφια με φρούτα και λαχανικά. Κάποια στιγμή έφτασαν στο πρώτο μυαλό. Ήταν ένα πολύ καλός άνθρωπος. Αγαπούσε πολύ τον κόσμο. Κάποια στιγμή η Ζούμπη είπε:

-Πάμε σε άλλο μυαλό!

-Οκ.

Πήγαν σε άλλα μυαλά και ήταν όλα μια χαρά. Όμως ένα μυαλό είχε ένα μικρόβιο. Η Ηλιαχτίδα είπε:

-Τώρα τι θα κάνουμε;

-Θα χρησιμοποιήσεις την πίστη σου για την αγάπη και θα στείλεις τις ηλιαχτίδες σου, απάντησε η Ζούμπη.

Η Ηλιαχτίδα έβαλε όλη της την πίστη να δουλέψει και τα κατάφερε. Τότε είπε:

-Ξέρεις κάτι Ζούμπη;

-Τι;

-Σ’ αγαπώ! Είσαι η καλύτερη, είπε η Ηλιαχτίδα.

-Και εσύ!

Αγκαλιάστηκαν για πολλή ώρα. Τελικά η αγάπη είναι πολύ σημαντική!

Τέλος

Έλλη Βλησίδη, 10 ετών.

Το Όνειρο του Πυλάδη, 1967

Ένα κορίτσι καθόταν σε μια σκηνή και σκεφτόταν πόσο επιθυμούσε την αγάπη. Εκείνο το βράδυ είδε ένα περίεργο όνειρο που την καλούσε να κάνει ένα ταξίδι. Το επόμενο πρωί, πήρε την βαλίτσα της και πήρε ένα ταξί για να πάει στην πόλη. Όταν έφτασε έβλεπε βέλη παντού, πάνω, κάτω, δεξιά, αριστερά, που οδηγούσαν σε ένα ποτάμι με αρκετό ήλιο. Άφησε την βαλίτσα της κάτω και τότε… έγινε έκρηξη. Εμφανίστηκε μια καρδιά που άρχισε να τρέχει και το κορίτσι την κυνήγησε. Εξαφανίστηκε μέσα στο ηλιοβασίλεμα…

Τέλος

Λίλη Καποδίστρια, 15 ετών.

Boat

1-4-2024

Μια μέρα ήταν ένα αγόρι και ένα κορίτσι που γνωρίστηκαν. Μετά από λίγες μέρες η αγάπη που είχαν ο ένας για τον άλλον έφτασε πολύ ψηλά, μέχρι που παντρεύτηκαν και έκαναν ένα παιδάκι. Μετά από δύο μήνες πήγαν ένα ταξίδι με το καράβι.

Μόλις επέστρεψαν το μυαλό τους χάθηκε στα χιλιάδες προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί με τις μέρες και όλα αυτά τους ανάγκασαν να πάνε σε έναν ψυχολόγο. Αφού ο ψυχολόγος τους άνοιξε το μυαλό με ωραία συναισθήματα, οι καρδιές τους κλειδώθηκαν στο ίδιο λουκέτο.

Μετά από πέντε μήνες έπρεπε να πάνε να μείνουν σε άλλο σπίτι. Τα ωραία χρόνια που είχαν περάσει πάγωσαν εντελώς. Μετά από τρία ολόκληρα χρόνια το παιδί έκλεισε τα έντεκα χρόνια του ζωής και άρχισε να ζητάει πολλές χάρες αλλά οι γονείς του δεν μπορούσαν να τις κάνουν όλες.

Όταν το παιδί έγινε πλέον μεγάλος άντρας , είκοσι πέντε χρονών, οι γονείς του είχαν ένα πολύ σοβαρό ατύχημα και χρειάστηκαν οπωσδήποτε να πάνε στο νοσοκομείο. Ο γιος τους τρόμαξε πάρα πολύ και ένιωθε λες και είχε κλειδωθεί σε ένα κλουβί μόνος.

Χάρης Κυπραίος, 12 ετών.

Η σημασία της αγάπης


Πριν πολύ καιρό υπήρξε ένας χωριάτης που ένιωθε μοναξιά στην κοινότητά του. Κυρίως επειδή στο χωριό που ζούσε δεν είχε φίλους μα ακόμα χειρότερα δεν είχε τον έρωτα που επιθυμούσε. Ξαφνικά όμως ένα μήνυμα του ήρθε από τον ουρανό και του έδειξε ότι για να βρει την πραγματική του αγάπη έπρεπε να εμπιστευτεί τον ήλιο. Τότε ο ήλιος έδειξε στον πρωταγωνιστή μας το μονοπάτι που έπρεπε να κάνει για να βρει την αγάπη του. Του έδειξε ένα σεντούκι όπου μόνο ο πιο γενναίος και ο πιο καλόκαρδος μπορούσε να το ανοίξει. Όμως υπήρχε ένα πρόβλημα, ο δρόμος ήταν λιγάκι περίπλοκος και στην αρχή δεν ήξερε που να πάει. Όμως με το ένστικτο του και την εμπιστοσύνη που είχε στον εαυτό του ακολούθησε το μονοπάτι που θεωρούσε ως πρόκληση γι’ αυτόν. Το μονοπάτι που διάλεξε ήταν ένας απέραντος λαβύρινθος που τον δυσκόλεψε πολύ, όμως με πολύ υπομονή και με τη βοήθεια του ήλιου, κατάφερε να τον περάσει με τη δύναμη της συνεργασίας.

Ύστερα από τη μεγάλη πρόκληση που πέρασε στον λαβύρινθο, αντιμετώπισε μπροστά του μια μυστική πόρτα, αλλά δεν γνώριζε πώς να την ανοίξει. Τότε ο ήλιος του δίνει ένα στοιχείο, ότι θα μπορούσε να την ανοίξει, ο χωριάτης μας, μόνο όταν ανακαλύψει την πραγματική του αγάπη. Ξαφνικά νιώθει την καρδιά του να χτυπάει δυνατά και κατάλαβε ότι αυτός που ήταν πάντα στο πλευρό του και τον βοηθούσε ήταν ο ήλιος και φώναξε με πολύ αυτοπεποίθηση «Ξέρω τι σημαίνει πραγματική αγάπη». Άνοιξε η πύλη και είδε την αληθινή αγάπη του που ήταν μια όμορφη κοπέλα και ένιωσε πραγματικό έρωτα γιατί ταίριαζε ο ένας στον άλλον. Δεν θα τα κατάφερνε όμως χωρίς την βοήθεια του ήλιου και έζησε επιτέλους τη ζωή που επιθυμούσε, αφού συνδέθηκε με το κορίτσι που ήθελε.

Χρήστος Σιδηρόπουλος, 14 ετών.

Fire - 50x70

Βλέπετε πόσα αστέρια υπάρχουν στον ουρανό; Λεγόταν παλιά πως υπάρχει ένα αστέρι για κάθε άνθρωπο που υπήρξε. Τα αστέρια συνεχίζουν για πολλά πολλά χρόνια, ακόμα κι αν φύγει ο άνθρωπος τους από τη γη. Κάθονται στο άπειρο περιμένοντας να σβήσουν και να πέσουν, προτιμότερα σε κάποιον μαλακό πλανήτη για να μην πονέσουν περισσότερο από όσο ήδη πονούν. Το κορίτσι της ιστορίας μας είναι μάγισσα, χωρίς να το γνωρίζουν οι γονείς της. Με το πέρασμα των αιώνων όλοι ξέχασαν τ’ αστέρια που τους προσέχουν. Η λογική και η τεχνολογία τους έκλεψε τη μαγεία του μυαλού και του κόσμου τους. Ένα βράδυ λοιπόν, ενώ κοιμόταν το κορίτσι, ένα αστέρι κατέβηκε στη γη.

«Έζρα, που πας; Ένα αστείο κάναμε, μην τα παίρνεις όλα τόσο προσωπικά!». Δεν απαντάω. Κλείνω ερμητικά την πόρτα της κρεβατοκάμαράς μου, βροντώντας την. Μπορεί να είμαι μόνο δεκαέξι, αλλά ξέρω τι κάνω. Κλείνομαι στο δωμάτιο μου για εκατοστή φορά αυτή τη βδομάδα και ψάχνω στο κουτί με τα υλικά για τα ξόρκια μου, όχι για να τα χρησιμοποιήσω αλλά για να βρω λίγη γαλήνη και να ηρεμήσω. Βγάζω ένα πακέτο χρυσά Marlboro. Δεν με πειράζει η τσιγαρίλα, βρωμάω ήδη βότανα από το ξόρκι φιλίας που έκανα το πρωί. Σήμερα στο σχολείο πάλι απέτυχα να κάνω φίλους. Ίσως φταίει που είμαι τόσο αντικοινωνική και δε με ψήνει να αρχίσω μία συζήτηση του τύπου» «-Τι κάνεις; -Καλά. Εσύ; -Καλά». Προτιμώ να κοιτάζω τα αστέρια , ακόμα κι ας μη γνωρίζω ποιο είναι το δικό μου. Βγάζω τα ρούχα μου και μένω με το σουτιέν και το εσώρουχο. Πιάνω τα κόκκινα μαλλιά μου σε έναν κότσο και με ένα επιτυχημένο παρκούρ, περνώντας την ακαταστασία του δωματίου μου, ανοίγω το παράθυρο και κάθομαι στην άκρη του.Βγάζω από το πακέτο ένα τσιγάρο, το βάζω ανάμεσα στα ροδαλά χείλη μου και ανάβω την άκρη του με τον αναπτήρα. Μια τζούρα, δυο, τρεις…δέκα. Ο ουρανός έχει σκοτεινιάσει και επιτέλους τ’ αστέρια φαίνονται. Κοιτάζω το τετράδιο με τα ξόρκια. Σκατά. Αντί για ξόρκι φιλίας, έκανα ξόρκι αγάπης. Κοιτάζω ξανά τ’ αστέρια και εύχομαι σαν μικρό παιδί πως προτιμώ ν’ αγαπήσω αστέρι παρά άνθρωπο. Τι βλακείες λέω, σκέφτομαι και πηγαίνω να την πέσω για ύπνο.

Ξυπνάω με έναν έντονο πονοκέφαλο. Είναι Σάββατο. Πάλι καλά. Έχω χάσει τις μέρες και τις ώρες. Γυρίζω πλευρό και τα μάτια μου είναι ακόμα μισάνοιχτα. Ω μα τα χίλια αστέρια υπόσχομαι πως βλέπω μια λευκή μορφή να στέκεται μπροστά μου! Ένας κανονικός άνθρωπος θα φώναζε για βοήθεια αλλά εγώ ότι κι αν έκανα θα με φώναζαν οι άλλοι τρελή και δεν θα είχαν άδικο. Κατεβαίνω τις σκάλες και αυτή με ακολουθάει. Όλοι έχουν φύγει από το σπίτι μετά τον χθεσινό καβγά. Ήθελαν να με πάνε πάλι στην Εβραϊκή Συναγωγή. «Οι βλάκες! Τους πιστεύεις;» γυρνάω και λέω στην αύρα. Είναι η πιο δυνατή που έχω γνωρίσει μέχρι τώρα. «Καλύτερα είναι εδώ» είπε η αύρα… Ώπα! Οι αύρες δεν μιλάνε. Που έμπλεξα πάλι;

Ύστερα από δυόμισι ώρες εξήγησης για το πώς κατάφερα τελικά να κατεβάσω ένα αστέρι από τον ουρανό ήμουν στα όρια να πηδήξω από το παράθυρο. Αστειάκι βέβαια. «Και γιατί είσαι εδώ είπαμε;» ρώτησα ξανά. «Για να σε αγαπήσω κι έτσι να μάθω πως ν’ αγαπώ» απάντησε το αστέρι. Η πιο απλή περιγραφή για αυτό το πλάσμα είναι: δεν έχει πρόσωπο, δέρμα, χρώμα, είναι απλά μια δέσμη φωτός. Έχει πλάκα καθώς όταν το ακουμπάς τα μαλλιά σου σηκώνονται στον αέρα και κυματίζουν.

Έχουν περάσει μέρες που το αστέρι είναι εδώ. Τις πιο πολλές ώρες αράζουμε στο δωμάτιό μου, άλλες φορές βγαίνουμε έξω για να του δείξω τα αξιοθέατα της πόλης ή να δοκιμάσουμε διάφορα φαγητά. Μόνο στη θάλασσα δεν γίνεται να μπούμε μαζί επειδή εκείνο λέει πως αν συμβεί αυτό «τότε θα πεθάνουμε όλοι». Αστειάκι. Το αστέρι κάνει πολύ πετυχημένα αστεία. Μιλάμε για τα πάντα. Κύριο θέμα μας είναι η φιλοσοφία, για τη ζωή, για τον θάνατο, τους φόβους, τις ανασφάλειες, την αγάπη… Δεν ξέρω αν είναι ερωτευμένο μαζί μου, δεν νομίζω πως του αξίζω έτσι κι αλλιώς, αυτό είναι τόσο αγνό κι εγώ νιώθω σαν να κουβαλάω το βάρος όλου του κόσμου στις πλάτες μου. «Γι’ αυτό λες να με πονάει η πλάτη μου;» ρωτάω το αστέρι κι εκείνο απαντάει «Ακούμπησε όλο το βάρος πάνω μου, δεν θα με πειράξει» κι εγώ χαμογελάω τρισευτυχισμένη.

Βρισκόμαστε σε μια παραλία, πάνω στη ζεστή άμμο και χαζεύουμε τον κοραλί ουρανό. Εκείνο μου αγγίζει το χέρι, τα μαλλιά μου κυματίζουν. Μου ακουμπάει το μάγουλο, ζεσταίνεται όλο μου το σώμα. Με τραβάει προς το μέρος του, τα σώματα μας ενώνονται.

Η νύχτα ήρθε. Παράξενο αλλά τόσο καιρό μετρούσα τον χρόνο μόνο σε μέρες. Έχω να δω νύχτα από εκείνο το βράδυ που χάζευα από το παράθυρο. Σκέφτομαι μην έχω χάσει εντελώς την αίσθηση του χρόνου. Μήπως αντί για μόλις μερικές μέρες έχουν περάσει μόνο μερικές ώρες. Πήγα στο δωμάτιο μου και με αυτές τις σκέψεις αποκοιμήθηκα. Το επόμενο πρωί που ξύπνησα το αστέρι δεν ήταν εδώ. Πέρασαν τρεις μέρες και δύο πακέτα τσιγάρα μέχρι που με ξύπνησε η λάμψη της μορφής του. «Πάμε ένα ταξίδι» είπε. «Που ήσουν τόσο καιρό;» το ρώτησα θυμωμένη. Εκείνο δεν απάντησε, οπότε συνέχισα πιο ήρεμα «Συγνώμη. Έλα κάθισε στο κρεβάτι μαζί μου. Δεν θέλω να πάμε πουθενά. Θέλω μόνο να κάτσουμε εδώ και να μιλάμε». Κάποια στιγμή εκείνο μου εξομολογήθηκε «Σε έχω ερωτευτεί», «Και πως το ξέρεις αυτό;» του απάντησα, θέλοντας να το παίξω λίγο έξυπνη αλλά το βλαμμένο άρχισε να λέει όλους τους λόγους που με έχει ερωτευτεί, για τα χείλη μου, την αύρα μου, τα μάτια μου, τον χαρακτήρα μου. Κι εγώ είμαι ερωτευμένη μαζί του, έχω ερωτευτεί τη μαγεία του, το πώς μπορούμε και μιλάμε για ώρες, γι’ αυτή τη ξεχωριστή ζεστασιά που μου προσφέρει. «Έλα ξάπλωσε» του λέω κι εκείνο έρχεται και ξαπλώνει το φως του στο στήθος μου. «Ο ήχος της καρδιάς σου είναι θεραπευτικός» τότε μου λέει κι εγώ λιώνω. Με φιλιά και αγκαλιές αποκοιμηθήκαμε.

Ξύπνησα το πρωί χωρίς το αστέρι δίπλα μου. Πάλι έφυγε γαμώτο! Πήγα στο παράθυρο να κάτσω και άναψα ένα τσιγάρο, καιρό είχα. Η ματιά μου έπεσε στο τετράδιο με τα ξόρκια. Τα πάντα μέσα είχαν σβηστεί, εκτός απ’ την τελευταία σελίδα που ήταν γραμμένο το εξής «Ήρθα για να σε μάθω ν’ αγαπάς, αλλά δυστυχώς ή ευτυχώς δεν μπορώ να μείνω κοντά σου, η θέση μου είναι στον ουρανό, να σε προσέχω από εκεί. Μπορεί να μη με συγχωρέσεις αλλά να με αγαπάς. Σε αγαπώ πραγματικά. Θα σε προσέχω σαν σιωπηλή προσευχή. Με αγάπη το αστέρι σου». Δεν κατάλαβα πότε άρχισα να κλαίω μέχρι που θόλωσαν οι λέξεις από τα δάκρυα μου και μούσκεψαν το χαρτί. Χτυπάει η πόρτα. Σκουπίζω τα μάτια μου και με ραγισμένη φωνή και καρδιά απαντάω «Ναι;» είναι η μητέρα μου «Αγάπη μου θ’ αργήσεις για το σχολείο, κατέβα κάτω». Μάλιστα το σχολείο. Το είχα ξεχάσει. «Θα πάω με τα πόδια» λέω και σε λίγα λεπτά ακούω την πόρτα του σπιτιού να κλείνει και το αμάξι να παίρνει μπρος. Εγώ με την αγάπη τελείωσα, αυτό ήταν! Όχι πια έρωτες…μέχρι την επόμενη φορά…

Νάνσυ Λουλουμέρη, 15 ετών.

«Αν με ρωτούσε κανείς τι έφτιαχνα εκείνη την εποχή, θα του απαντούσα ότι χωρίς να το ξέρω, έψαχνα τότε να βρω μια δική μου γλώσσα. Όλα εκείνα τα έργα, με τα πυκνά και σχεδόν αυτοματικά σχηματικά σχέδια, αποτελούν τη βάση όλης της ζωγραφικής μου».

Αλέξης Ακριθάκης 1939-1994.

Διαβάστε ένα σχετικό άρθρο.

Έφη Καραγιάννη
Ηθοποιός/θεατροπαιδαγωγός

Διαβάστε το βιογραφικό.


O ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για την μεγιστοποίηση της εμπειρίας πλοήγησης. Διαβάστε περισσότερα σχετικά με τα Cookies και την Πολιτική Απορρήτου εδώ.