
H LostinΑthens “χάνεται” στις σελίδες του επιτυχημένου μυθιστορήματος “Σέρρα - Η ψυχή του πόντου” του Γιάννη Καλπούζου, απ' τις εκδόσεις Ψυχογιός.
Άμα σκαρφαλώσεις σε μια κορυφή θ' αντικρίσεις άλλη ψηλότερη. Όμως ποτέ μην πεις τούτο το ύψος μου αρκεί και ποτέ ότι δε μου αρκεί. Τράβα τον δρόμο σου και μη βάνεις όρια. Μήτε πίσω, μήτε μπρος. Γιατί το απρόσμενο σε καρτερά ολούθε..
“Άνθρωπο δε σκιάχτηκα ποτέ, μήτε ζώο. Ο φόβος γεννιόταν μέσα μου όταν είχα να φροντίσω άλλους. Τώρα δε με βαραίνει κανενός η ανάγκη κι έλειψαν τέτοιοι φόβοι. Ο χάρος, όθε και να' μαι, θα με βρει είτε τον φοβάμαι είτε όχι. Αλλά ξέρεις τι έλεγε ένας φίλος μου; Δεν είναι ντροπή να φοβάσαι. Ντροπή είναι να σε κάμνει περίγελο ο φόβος κι εξαιτίας του να χάνεις το σέβας που σου αξίζει”...
...Αλλιώτικος της φάνηκε ο Γαληνός. Διαχυτικός, πιο θερμός, λιγότερο συνεσταλμένος. Πλησιάζοντας ξεκαβαλίκεψε, τη χαιρέτησε φιλώντας της το χέρι και κίνησαν πεζή προς το Τσάμπασιν. Είχε έρθει, όπως της εκμυστηρεύτηκε, μόνο για δυό μέρες και λόγω της σφοδρής του επιθυμίας να τη συναντήσει. Να λυτρωθεί η ψυχή του από όσα δεινά συνέβησαν στην Τραπεζούντα, κοιτάζοντας στις μαύρες λίμνες των ματιών της. Να τον ποτίσουν δύναμη τα μάτια της.
Τα λόγια του άναψαν φλόγες μέσα της και προσέδωσαν άλλη μορφή στη πλάση. Βάδιζε στο πλάι του και θαρρούσε το μονοπάτι για σύγνεφο. Ανάλαφρη κι αέρινη την περπατησιά της. Να θροΐζει, παρά την παντελή άπνοια, το πράσινο χορτάρι στα ισιώματα και στους πέριξ λοφίσκους και να βλασταίνουν άνθη πολύχρωμα εκεί όπου δεν υπήρχαν πριν.
Διασχίζοντας το ξύλινο γιοφύρι ξεστράτισε ο Γαληνός απ' το μονοπάτι και στάθηκε στα ριζά του υψώματος που έκοβε τη θέα προς το χωριό. Στα δέκα μέτρα κελάρυζαν τα νερά του Γιαζένκιλιν. Δίχως να τη ρωτήσει, κι εκείνη δίχως να του αντισταθεί, τη φίλησε στον χιονάτο λαιμό της και στα χείλια. Φευγαλέα φιλιά, μα φιτίλι για το θέριεμα του έρωτα και το άναμμα του πόθου.
Συμβαίνει ενίοτε στη ζωή των ανθρώπων να μην υπακούουν σε καμιά άλλη δύναμη. Να σβήνουν όλες τις συμβουλές και τους κανόνες, ν' αποκοιμίζουν τα γραμμένα μέσα τους λόγο τον λόγο από στόματα και γραφές, και να χορεύουν μοναχά καταπώς τους προστάζει ο πόθος.
Τούτο γίνηκε και με τη Φιλάνθη και τον Γαληνό. Με τα φιλιά να τους φλογίζουν, στράφηκαν στο Τσάμπασιν. Χρονιάρα μέρα, του Προφήτη Ηλία. Διάβηκαν οι ώρες συζητώντας με τη λοιπή οικογένεια για τις σφαγές των Αρμενίων, τις ανησυχίες των Ελλήνων και για τον προγραμματισμένο γάμο τους τον Νοέμβρη. Ωστόσο, ο πόθος παραμόνευε και δεν έλειψαν τα δήθεν τυχαία αγγίγματα και τα πυρακτωμένα βλέμματα των δύο αρραβωνιασμένων.
Το δειλινό έστησαν οι παραθεριστές γλέντι στα νότια του χωριού, στην πλατεία της αγοράς. Κάθισαν οι οικογένειες στις μακρόστενες τάβλες, έστρωσαν τραπεζομάντιλα στους πρόχειρους σοφράδες κι απάνω τους άπλωσαν ταψιά με ψητά στον φούρνο, παστά ψάρια, ψωμιά, γλυκίσματα, κρασί και τα χίλια δυο καλά. Οι καταστηματάρχες καρτερούσαν στις εισόδους των ξύλινων μαγαζιών τους. Τούρκοι από τα κοντινά χωριά έστεκαν παρέκει και πουλούσαν τυριά, βούτυρα, παχύ πρόβειο γιαούρτι, πουλερικά και κρέατα. Οι μουζικάντηδες με κεμεντζέ, νταούλι και τουλούμ ζουρνά ξεσήκωναν τον κόσμο. Τα παιδιά ξεφώνιζαν κι έτρεχαν προς κάθε κατεύθυνση και σουρουπώνοντας άναψαν μεγάλες φωτιές εδώ κι εκεί και δαδιά δεμένα σε πασσάλους να φέγγουν.
Τράβηξε το γλεντοκόπι μέχρι τα μεσάνυχτα κι ύστερα όλοι έπεσαν μονοκόμματοι για ύπνο. Όλοι, πλην της Φιλάνθης και του Γαληνού που χόρεψαν λάθρα τον χορό του πόθου στην κάμαρα του δεύτερου, ωσότου ξεθύμανε και τους βρήκε σχεδόν το πρωί αγκαλιασμένους...
Όποτε πασχίζουν τα γραπτά να μιμηθούν τη λαλιά των ανθρώπων, ηττώνται. Ακόμη κι αν εκ πρώτης όψεως την ομορφαίνουν. Δεν αποτυπώνονται στο χαρτί οι παύσεις, η χροιά, το ανεβοκατέβασμα της φωνής, ο τόνος, οι κάθε λογής εντάσεις, οι κινήσεις και οτιδήποτε χρωματίζει την ιδιαίτερη έκφραση καθενός. Μα κι όταν επιχειρεί ο τρίτος να μεταφέρει τα βιώματα του άλλου, εισχωρεί θέλοντας και μη στη διήγηση η δική του ανάσα, η δρασκελιά του νου του κι η εικόνα του για τον κόσμο...
... “Αν δεν αγριέψεις, κινδυνεύεις να χαθείς κάθε στιγμή. Στο αντάρτικο δε χωράνε δάκρυα. Σε θαμπώνουν και δε θωρείς καθάρια. Άμα τελειώσει ποτέ ετούτο το κακό, θα πονέσουμε και θα κλάψουμε για τους αποθαμένους μας”...
... “Φανάρι είναι κι η ζωή, κυρ καθηγητά. Τ' ανάβεις, καίει μέχρι το μεσονύχτι, σηκώνεται το πετρέλαιο, σβήνει. Για όσο φέγγει πρέπει ο άνθρωπος να χορεύει τριγύρω σαν την πεταλούδα. Να χαίρεται, γιατί σε λίγο τον καρτερά το σκοτάδι”...
...η συνέχεια στο βιβλίο...

