LOST WORLD


Ηey you brokens…Μέρος πρώτο

 

Ε ίναι ακόμα μία βδομάδα ρουτίνας για τη πολιτικό Άρση Σφήνα. Η πιστή της γραμματέας, Ρωξάνη Βόθρου, πάντα στο πλευρό της, κανονίζει το πρόγραμμα της εβδομάδας. Το πιο σημαντικό γεγονός των επόμενων ημερών, είναι η επίσκεψη της Σφήνας στη γενέτειρα πόλη της. Ο λόγος που θα εκφωνήσει, την απασχολεί εδώ και καιρό. Κάθε δευτερόλεπτο της μέρας γράφει και ξαναγράφει στις σελίδες του μυαλού της, λέξεις διάσπαρτες, προτάσεις ημιτελείς. Στον ύπνο της, στον ξύπνιο της, την ώρα που κάνει σεξ, στη τουαλέτα, στη δουλειά, παντού...

Κάθε τι είναι έμπνευση και κάθε έμπνευση είναι και μια μαλακία. Το άγχος την έχει κυριεύσει. Ο λόγος αυτός πρέπει να’ ναι συγκινητικός, να μιλήσει στις καρδιές των ανθρώπων, να μεθύσει τα μυαλά τους, να μοιάζει πέρα για πέρα αληθινός, σα να μιλάει η καρδιά η ίδια. Στη τελική, να σπρώξει τους ψηφοφόρους στις κάλπες και να σταυρώσουν τ’ όνομά της. Για να χαλαρώσει απ’ όλ’ αυτά, γυρίζει πίσω στα παιδικά της χρόνια.

Τότε που μικρούλα ακόμα, έκανε τα πρώτα της πολιτικά βήματα, στις φτωχογειτονιές όπου μεγάλωσε. Εκεί που «σταύρωνε» τ’ άλλα παιδάκια να την ανακυρήξουν αρχηγό τους, με την υπόσχεση «για μια καλύτερη αλάνα». Για ένα πράγμα μόνο έχει μετανοιώσει απο τότε. Που δε σάπισε στο ξύλο εκείνο το κοριτσάκι, που’ χε το θράσσος να την αποκαλέσει χοντρή μπροστά σε όλους. Τα αρκετά παραπανίσια κιλά της μικρούλας Άρσης, της στέρησαν τη νίκη, καθώς όλοι πίστευαν πως σε μια πιθανή επιδρομή των κωλόπαιδων απ’ τη κάτω γειτονιά, θα τους εξέθετε, καθώς η μικρούλα Άρση δεν το’ χε και πολύ με το κυνηγητό.

Η ήττα της αυτή είχε σαν αποτέλεσμα τον εγκλεισμό της μέσα στο σπίτι για τουλάχιστον ένα μήνα και μια απεργία πείνας που κράτησε μια ολόκληρη βδομάδα. Μόλις η μικρή Άρση μάζεψε όλο τον τσαλαπατημένο εγωισμό της και κατάφερε να επιστρέψει στην αλάνα, ορκίστηκε ένα πράγμα. Να μη δεχτεί ποτέ ξανά, καμία ήττα.

 
 
 
 

Την ονειροπόληση της στο παρελθόν διέκοψε η Ρωξάνη, υπενθυμίζοντάς της πως απο στιγμή σε στιγμή θα έφτανε στο γραφείο η μοδίστρα της για τη τελευταία πρόβα. Η Σφήνα ήθελε όλα να είναι προσεγμένα στην επικείμενη αφιξή της στη πόλη που γεννήθηκε. Ήθελε όπως ο λόγος της, έτσι και το ταγέρ που θα φορούσε, να ξυπνούσε στο λαό μνήμες και συναισθήματα. Ένα ταγέρ στα χρώματα της γαλανόλευκης...

Αν η Ελλάδα είχε ψυχή, το όνομα αυτής θα ήταν Άρση Σφήνα! Επιθυμούσε όλοι να καταλάβουν, πως η ίδια δεν είναι μια απλή πολιτικός, είναι κάτι πολύ ανώτερο. Είναι ένα σύμβολο... Θλίψη σκεπάζει τα μάτια της Σφήνας. Το ούτως ή άλλως μελαγχολικό βλέμα της, ψάχνει τώρα για λίγη συμπόνια στις ονειρώξεις που έχουν μουδιάσει το κεφάλι της.

Η Ρωξάνη αντιλαμβάνεται την ανησυχία της. «Μπορώ να κάνω κάτι άλλο για σας;» αποκρίνεται με τη γλυκιά φωνή της. «Το μεσημέρι μη παραγγείλεις πάλι σούσι. Έχω το στομάχι μου. Πάρε κανά σουβλάκι απ’ το Μπάμπη απέναντι.» Πάντα ανθεκτική στο πόνο η Σφήνα, φρόντιζε να παίρνει τις προφυλάξεις της, μόλις ζόριζαν τα πράγματα. «Όπως επιθυμείτε.», είπε η Ρωξάνη κι αποχώρησε απ’ το δωμάτιο.

 
 

Η Σφήνα έμεινε να κοιτά τα υπέροχα οπίσθια της Ρωξάνης, ζήλεψε τη σφριγγιλότητά τους, τη ζωντάνια τους, τα νιάτα τους. Ένοιωθε να πνίγεται μέσα σ’ αυτό το γραφείο. Πλησίασε το παράθυρο, τράβηξε τις βαριές κουρτίνες κι άφησε το φως του ήλιου να πλυμμηρίσει το δωμάτιο. Κράτησε έξω τον θόρυβο της πόλης. Δεν είχε κουράγιο γι’ άλλη φασαρία εκτός απ’ αυτή που γινόταν ήδη στο στομάχι της. Εστίασε το βλέμα της στις ζεστές ακτίνες του ήλιου που αγκάλιαζαν τα μουντά έπιπλα του χώρου. Ο ήλιος... Αν υπάρχει έστω κάτι που ν’ αγαπάει σ’ αυτό το κόσμο, αυτό είναι ο ήλιος.

Οι σκέψεις της τώρα έχουν χρώμα γκρι με αποχρώσεις κίτρινου. Ταξιδεύει πάλι πίσω στα παλιά. Σ’ εκείνο το υπόγειο σπιτάκι, με τα ανύπαρκτα παράθυρα και τον πανύψηλο φωταγωγό. Τις ηλιόλουστες μέρες, αν έχωνες το κεφάλι σου καλά μέσα στον φωταγωγό, είχες τη δυνατότητα να δεις λίγο γαλαζιό, μια υποψία ουρανού και τις αραχνούφαντες ακτίνες του ήλιου, να σου χαιδεύουν τα μάτια. Για ένα πράγμα μετανοιώνει απο τότε η Σφήνα, που δεν έφυγε νωρίτερα απο’ κει.

 
 
 
 

Ο χρόνος μέσα στο υπόγειο, ήταν ο μπαμπούλας των παιδικών της χρόνων, κρεμασμένος στους τοίχους, στα ταβάνια και στα αόρατα παράθυρα που ζωγράφιζε η μικρούλα Άρση στη φαντασία της. Κι ήταν όλες αυτές οι αναμνήσεις η τροφή του μπαμπούλα. Τρεφόταν το τέρας, τόσα χρόνια απ’ τις θύμισες. Κι η Άρση δε μπορούσε... δεν ήθελε;… να σκοτώσει τον μπαμπούλα της.

«Αχ», αναστενάζει η Σφήνα χαιδεύοντας τον πανάκριβο Chesterfield καναπέ της. Δοκιμάζει αυτό το «Αχ» πολλές φορές. Πότε με γρέζι, πότε με νάζι, πότε με άχνα και πότε με πόνο. Μέχρι να την ικανοποιήσει ο ήχος του. Κάπως έτσι θα ξεκινήσει τον λόγο της, με αυτό το «Αχ». «Αχ καημένε τόπε. Τόπε μου. Καημέ μου. Όπου κι αν πάω σε κουβαλάω μέσα μου. Είσαι η καρδιά, η ψυχή, η ζωή μου ολόκληρη. Συμπατριώτες μου, οικογένειά μου, αδέλφια μου, αίμα μου...».

...συνεχίζεται

 
 
 
O ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για την μεγιστοποίηση της εμπειρίας πλοήγησης. Διαβάστε περισσότερα σχετικά με τα Cookies και την Πολιτική Απορρήτου εδώ.