I LOST MY MOM


σ’ ένα ταξίδι σε βρήκα ξανά…

 

Χάνομαι στους κόσμους σου.
Βυθίζομαι, πνίγομαι, αναδύομαι, κολυμπάω, ταξιδεύω, τρέχω, κλαίω, γελάω, θυμώνω, σκέπτομαι, ονειρεύομαι…

Μητέρα… Γιατί χάνεσαι μητέρα; Που ταξιδεύεις, με ποιους μιλάς;
Γνώρισέ μου την παρέα σου. Με κουράζει η ελαφρότητα μητέρα.

Όλα αυτά που πήραμε στ’ αστεία, που μείναμε στην επιφάνεια, που χαθήκαμε μέσα στην ασημαντότητα. Μ’ ενοχλούν κι όλα εκείνα που πήραμε στα σοβαρά. Ξοδέψαμε τον χρόνο μας μέσα σε λεπτομέρειες που μας ξέφυγαν.

Η σκέψη σου και μόνο, είναι ένας καινούργιος ανεξερεύνητος κόσμος. Άγνωστος, μυστήριος… Με τραβάει απ’ τα μαλλιά, με πονάει και με χαιδεύει. Στα χέρια σου, γίνομαι πάλι μωρό. Στα στήθη σου κουρνιάζω σαν να’ ναι καταφύγιο. Kλείνω τα μάτια. Το μικρό μου χέρι, πάντα μικρό στις αναπολήσεις μου, χάνεται μέσα στο δικό σου.

Παραπατάω… ανάμεσα στη δική σου αλήθεια και στην οποιαδήποτε αλήθεια. Μπερδεύω τις λέξεις, προσπαθώ να φτιάξω μια πρόταση, με αόριστο νόημα. θα με καταλάβεις; Θα νοιώσεις όλα αυτά που θέλω να σου πω; Σου μοιάζω ή μου μοιάζεις;

 
 

Συγγνώμη. Εσείς βλέπετε αυτό που δεν υπάρχει;
Tι εννοείτε αφού δεν υπάρχει, τι να δω;
Αν κοιτάξετε ψηλά στον ουρανό, τι βλέπετε;
Nαι, ένα απέραντο γαλάζιο. Πιο πέρα απ’ αυτό;
Tι εννοείτε, τίποτα; Κοιτάξτε πιο καλά, Πιο καλά.
Πλανήτες, γαλαξίες, μαύρες τρύπες, ένας αέναος κόσμος σε κίνηση, άπειρες φορές πιο μεγάλος απ’ τον δικό μας, κι εσείς δε βλέπετε τίποτα;
Ξέρω τι σκέφτεστε. Πραγματικό είναι μόνο αυτό που βλέπουμε.
Μήπως στην πραγματικότητά δεν έχετε και καρδιά;
Μα πως το ξέρετε; Αφού δεν τη βλέπετε;

Μη φοβάσαι το τέλος, τον θάνατο. Μη φοβάσαι πως θα χωρίσουμε ποτέ εμείς οι δύο.
Για λίγο ίσως… Μέσα στην αιωνιότητα, θα ψάχνω να σε βρω.

 
 

Χθες μόλις ονειρεύτηκα, πως ζούσαμε σ’ ένα μέρος, γεμάτο θάλασσες κι ακρογιαλιές…
Πράσινο, κίτρινο και κόκκινο.
Ήσουν εσύ βασίλισσα στον τόπο μας κι ήμουν εγώ ο ταπεινός σου δούλος.
Σε λάτρευα σαν να ήσουν Παναγιά.
Δώρα και τάματα σε στόλιζα, απ’ τη κορφή μέχρι τα νύχια. Λάτρευα τα χέρια σου…
Κι ήταν αυτά, ο κόσμος όλος.
Τα χέρια μου στα χέρια σου, πόσο τα λαχταρούσα.
Τα γέμιζα με φιλιά, τόσα πολλά φιλιά, σαν να μην είχε ο χρόνος τέλος.
Έμεινε η στιγμή αυτή του προσκυνήματος άφθαρτη κι αιώνια…

 
 

Φώναξα μάνα, σαν να ήταν η τελευταία φορά. Φώναζα, φώναζα, μέχρι που η μορφή σου, σβήστηκε εντελώς.
Παντού απλώθηκε σιωπή. Κοίταξα γύρω μου, ο τόπο μας σκορπίστηκε σε χίλια κομμάτια, τα κομμάτια σκορπίστηκαν σε χίλιους ανέμους,
οι άνεμοι σκορπίστηκαν στο άπειρο…

Κι έμεινα εγώ στη μέση του πουθενά, μόνη.

Σιγομουρμούρησα «μάνα», χιλιάδες φορές, σαν παράπονο. Σκίστηκε η ψυχή μου στα δύο, κι απ’ τα βάθη ανασύρθηκαν μνήμες, σαν αποκάλυψη.

Τότε που ήμουν εγώ η μάνα κι εσύ η κόρη,
η αδερφή, η φίλη, η ερωμένη…



photo's by Πάρης Πιχαρίδης


 
O ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για την μεγιστοποίηση της εμπειρίας πλοήγησης. Διαβάστε περισσότερα σχετικά με τα Cookies και την Πολιτική Απορρήτου εδώ.